Πετρωτά - Ζεόλιθος

Πετρωτά - Ζεόλιθος
Όταν μαζέψαμε τον ζεόλιθο για πρώτη φορά εκεί που ήταν απαγορευμένος είχαμε στο μυαλό μας έναν άλλον αγώνα ακόμα πιο σκληρό που δικαιώθηκε με ειρηνικό τρόπο ενάντια στην Αυτοκρατορία που δεν ήθελε να εγκαταλείψει το μονοπώλειό της πρέπει λοιπόν ν' αντιληφθείς κι εσύ ότι η πορεία μας έχει αρχίσει για να απελευθερώσουμε την πατρίδα μας από τα προβλήματα που την καταπατούν εδώ και χρόνια γιατί δεν τόλμησε κανένας από εμάς να σκεφτεί το αδιανόητο.

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Γεώργιος Ζαρίφης


Γεώργιος Ζαρίφης
Ο Γεώργιος Ζαρίφης (1806 - 1884) ήταν Έλληνας τραπεζίτης και εθνικός ευεργέτης. Γεννήθηκε το 1806 στη νήσο Αλώνη (Πασά Λιμάνι) κοντά στο Προικονήσι, της Προποντίδας στις αρχές του 19ου αιώνα. Οι γονείς του ήταν πτωχοί. Με την έναρξη της Ελληνικής επανάστασης του 1821 όπου και ξέσπασε μεγάλος διωγμός των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη αποδήμησε δεκαπεντάχρονος μαζί με τους γονείς του στην Οδησσό, όπου εκεί προστατεύτηκε από τον τότε Τσάρο της Ρωσίας και σπούδασε στο Λύκειο Ρισελιέ. Το 1830 ήλθε στην Ελλάδα και διορίστηκε επί Ι. Καποδίστρια γραμματέας της διοικήσεως Καρύταινας. Μετά τον θάνατο του Καποδίστρια επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη όπου και προσελήφθη υπάλληλος στον εμπορικό οίκο του Στέφανου Ζαφειρόπουλου, όπου αργότερα έγινε συνέταιρος του Δημητρίου Ζαφειρόπουλου ο οποίος τον εκτίμησε τόσο πολύ που του έδωσε το χέρι της θυγατέρας του Ελένης. Στη συνέχεια ίδρυσε δικό του εμπορικό οίκο που τον μετέτρεψε σε σημαντική εμπορική τράπεζα σε σημείο που έγινε πιστωτής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εξαιτίας όμως της πολύ επικίνδυνης οικονομικής κατάστασης που είχε περιέλθει το οθωμανικό δημόσιο χρέος μαζί και με άλλους Έλληνες τραπεζίτες, Κωνσταντινοπολίτες και Χιώτες, πρωτοστάτησε στην επιβολή του πρώτου Διεθνή Οικονομικού Ελέγχου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέρ των Ελλήνων αλλά και ξένων πιστωτών. Συνέπεια αυτού ήταν να γίνει κυριολεκτικά πάμπλουτος. Σημειώνεται ότι ο οικονομικός εκείνος έλεγχος που επιβλήθηκε τελικά το 1888 έπαυσε να ισχύει το 1923 με μονομερή απόφαση του Κεμάλ Ατατούρκ. 

Ο Ζαρίφης έγινε πλούσιος, και επιδόθηκε με μοναδική γενναιοδωρία προς τους εθνικούς, εκπαιδευτικούς και φιλανθρωπικούς σκοπούς. Επί σαράντα χρόνια διέθετε συνέχεια σημαντικά χρηματικά ποσά για την ίδρυση και την διατήρηση σχολείων, σε υποτροφίες απόρων φοιτητών, και σε άλλες φιλανθρωπίες. Στις φιλανθρωπίες του προς μεμονωμένα άτομα, ενδιαφερόταν πρώτα απ’ όλα να δώσει υποτροφίες σε προικισμένους νέους, που είχαν σκοπό να σπουδάσουν τα ελληνικά γράμματα. Όταν γνώριζε κάποιον που είχε την έφεση να προοδεύσει, δεν δίσταζε να τον βοηθήσει. Οι νέοι που υποστηρίχθηκαν αριθμούν δεκάδες, αλλά η πιο γνωστή είναι η περίπτωση του πεζογράφου Γεωργίου Βιζυηνού (1849-1896), που είχε γεννηθεί στη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης και γνωρίστηκε με το Ζαρίφη το 1873. Ο τελευταίος εξετίμησε το ταλέντο και την ευφυΐα του νεαρού θρακιώτη και τον προέτρεψε να στραφεί στη λογοτεχνία αλλά και στις φιλολογικές επιστήμες. Τα πρώτα έργα του Βιζυηνού που ήταν ποιητικά και βραβεύτηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς της εποχής, είχαν τυπωθεί με έξοδα του μεγάλου ευεργέτη. Αργότερα ο Βιζυηνός αφοσιώθηκε στην πεζογραφία.Ο Ζαρίφης χορήγησε και υποτροφία στο συγγραφέα για το Πανεπιστήμιο των Αθηνών και μετά τον έστειλε στο Γκαίτιγκεν της Γερμανίας να σπουδάσει φιλολογία και φιλοσοφία (1875-1878). Εκεί έγραψε και φιλοσοφική-ψυχολογική διατριβή σχετικά με την παιδική ψυχολογία. Ο θάνατος του ευεργέτη του, προκάλεσε πολύ μεγάλη θλίψη στο Βιζυηνό, και αυτή ήταν ένας από τους λόγους που τον οδήγησαν στο φρενοκομείο και τελικά, μετά από προϊούσα παράλυση, στο θάνατο. 

Η πρώτη από τις δύο μεγάλες του ευεργεσίες προς αυτήν την κατεύθυνση ήταν η ίδρυση, το 1876, των Ζαριφείων διδασκαλείων, Αρρένων και Θηλέων, της Φιλιππούπολης. Πολύ πριν οριοθετηθούν τα σημερινά σύνορα, η Θράκη περιλάμβανε την ευρύτερη περιοχή ανάμεσα στο δυτικό Εύξεινο Πόντο και στο Βόρειο Αιγαίο. Και η Φιλιππούπολη αποτελεί κομβικό σημείο της περιοχής αυτής. Εξάλλου θεωρούσε τον εαυτό του θρακικής καταγωγής. Η Προικόννησος της Προποντίδας, η ιδιαίτερη πατρίδα του παππού του, βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Θράκης, αλλά και το Μέγα Ρεύμα όπου γεννήθηκε ο ίδιος, βρίσκεται στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, δηλαδή, επίσης στη Θράκη. Τα Ζαρίφεια Διδασκαλεία θεωρούνται ως πραγματικός φάρος των ελληνικών γραμμάτων της Θράκης. Η Φιλιππούπολη ήταν η πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμυλίας, και είχε έντονο το ελληνικό στοιχείο. 

Η δεύτερη μεγάλη ευεργεσία του είναι η κατασκευή του οικοδομήματος της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Η Σχολή είχε ιδρυθεί από την περίοδο της άλωσης, με άλλο όνομα, και κατά καιρούς στεγαζόταν σε διάφορες περιοχές της Κωνσταντινούπολης. Τελικά, υπό τη αιγίδα του Πατριαρχείου, αποφασίστηκε να μεταφερθεί στη θέση Φανάρι, πάνω στον 5ο λόφο της Πόλης. Για το σκοπό αυτό σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Κωνσταντίνο Δημάδη ένα μεγαλοπρεπές οικοδόμημα σε τοξοειδές σχήμα ώστε να έχει πλήρη και άπλετο φωτισμό. Η κάτοψη του κτιρίου έχει σχήμα αετού με ανοιγμένα φτερά. Η συνολική επιφάνεια οικοδομήσεως είναι 3020 τ.μ. Αποτελείται από ισόγειο και 3 ορόφους. Στο πίσω μέρος καταλήγει σε πύργο που στέφεται με μεγαλοπρεπή τρούλο, ενώ το μεσαίο τμήμα της πρόσοψης καταλήγει σε μεγάλο κεντρικό εξώστη. Το οικοδόμημα περιλαμβάνει αίθουσες διδασκαλίας, αμφιθέατρα και εργαστήρια για όλα τα μαθήματα, διαφόρων κατευθύνσεων. Η Σχολή περιλαμβάνει Γυμνασιακό και Λυκειακό τμήμα αρρένων, στο οποίο προστέθηκε και θηλέων από το 1987. Τα 9/10 των εξόδων κατασκευής είχε αναλάβει ο ίδιος, ενώ το υπόλοιπο ποσό, θρησκευτικά ιδρύματα και άλλοι ευεργέτες από την Κωνσταντινούπολη. Το οικοδόμημα εγκαινιάστηκε στις 12.9.1882. Εκτός από τα δύο αυτά κύρια έργα, ίδρυσε τα Ζαρίφεια Εκπαιδευτήρια και το Ζαρίφειο Νηπιαγωγείο των Θεραπειών, το νηπιαγωγείο της Προύσας, το «Παρθεναγωγείο Απόρων Κορασίδων» στην Πόλη, που ονομάστηκε αργότερα «Κεντρικό Παρθεναγωγείο». Παράλληλα έδινε μόνιμες χορηγίες σε πάμπολλα ελληνικά σχολεία και εκπαιδευτικά καταστήματα σε κάθε γωνιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 

Ο Γεώργιος Ζαρίφης είχε την πεποίθηση ότι με την παιδεία και την πνευματική καλλιέργεια των Ελλήνων θα γινόταν η απελευθέρωση του αλύτρωτου ελληνισμού. Για το λόγο αυτό διέθεσε μέρος της περιουσίας του για την ίδρυση και την λειτουργία ελληνικών εκπαιδευτηρίων και άλλων ιδρυμάτων χορηγώντας υποτροφίες για σπουδές σε άπορους σπουδαστές. Στην εποχή του η λέξη «ζαριφηλίκι» έγινε συνώνυμη της αρχοντιάς και της γενναιοδωρίας. 

Πέρα από τις ευεργεσίες, είχε πολιτικές προθέσεις και σχέδια για το μέλλον του ελληνικού έθνους, κάτι το οποίο δεν ήταν φανερό όσο οι υπόλοιπες δραστηριότητές του. Έζησε σε έναν τόπο και σε ιστορικές συνθήκες πολύ εύθραυστες για τον Ελληνισμό. Έπρεπε να κρατήσει πολύ λεπτές ισορροπίες για να επιβιώσουν, αφενός ο ίδιος και η τάξη του, αλλά κυρίως οι Έλληνες. Μέσα από την επιβίωση του έθνους, ασφαλώς και θα επιτυγχανόταν η επιβίωση και του κάθε Έλληνα. Για το λόγο αυτό, έπρεπε να ελιχθεί κατάλληλα, ανάμεσα στις οθωμανικές αρχές, στην Εκκλησία και στο ελληνικό κράτος. Οι σχέσεις του με την οθωμανική αυτοκρατορία. Παρά τη μεγάλη οικονομική και κοινωνική του ισχύ, αντιμετώπιζε τη θέση του πολύ ρεαλιστικά. Ήξερε ότι η δύναμη του δεν πατούσε σε στέρεες βάσεις. Έλληνας αυτός, ζούσε στην οθωμανική αυτοκρατορία που είχε κατακτήσει το ελληνικό γένος εδώ και τέσσερις αιώνες και που πίστευε σε άλλη θρησκεία, τη μωαμεθανική, καθόλου φιλική προς τον Χριστιανισμό. Από την παιδική του ηλικία είχε εμπειρίες της εχθρικής οθωμανικής συμπεριφοράς. Ο πατέρας του, Ιωάννης Ζαρίφης, έχοντας σχέσεις με τη Φιλική Εταιρία, αναγκάστηκε, για να ξεφύγει από την οθωμανική οργή, να πάρει όλη του την οικογένεια από την Κωνσταντινούπολη και να καταφύγει για δέκα χρόνια στην Οδησσό. Η οικογένεια ξαναγύρισε στην Πόλη το 1829, όταν πια είχε ιδρυθεί το ελληνικό κράτος, και οι Μεγάλες Δυνάμεις, επιδιώκοντας την ηρεμία στην περιοχή, είχαν εξαναγκάσει πολιτικά τους Οθωμανούς να αποδεχθούν την ανεξαρτησία της Ελλάδας, και παράλληλα τους πίεζαν να κατευνάσουν το θυμό τους. Είχε την ευφυΐα να αντιληφθεί ότι η ζωή των Ελλήνων που κατοικούσαν σε οθωμανικά εδάφη εξαρτιόταν από τις πολιτικές ισορροπίες στη Μικρά Ασία ανάμεσα στην Υψηλή Πύλη και τις Μεγάλες Δυνάμεις. Η ασφάλεια των Ελλήνων της Μικράς Ασίας κινδύνευε περισσότερο από όσο του παροικιακού ελληνισμού της Αιγύπτου. Ο Μωχάμετ Άλη, υποστήριζε τους Αιγυπτιώτες Έλληνες, βασικά για το δικό του οικονομικό συμφέρον, αλλά και επειδή οι έλληνες ήταν εναντίον των Οθωμανών με τους οποίους και ο ίδιος βρισκόταν σε εχθρικές σχέσεις. Εξάλλου οι Αιγυπτιώτες υπολόγιζαν και στην υποστήριξη των αποικιοκρατών που κυριαρχούσαν στην Αίγυπτο. Όμως, στην οθωμανική αυτοκρατορία τα πράγματα ήταν πολύ πιο επικίνδυνα. Η παραμικρή προστριβή μεταξύ Ελληνικού Κράτους και Υψηλής Πύλης είχε δυσμενή αντίχτυπο στους Έλληνες της Μικράς Ασίας και στις άλλες περιοχές όπου υπήρχαν υπόδουλοι συμπατριώτες. Η μόνη προστασία που μπορούσαν να έχουν οι αλύτρωτοι Έλληνες προερχόταν από τις μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες για δικό τους συμφέρον ήθελαν την ανεξαρτησία της Ελλάδας αλλά και την ειρήνη στην περιοχή. Υπήρχε παράλληλα και το φτωχό οθωμανικό πλήθος που φθονούσε την ελληνική οικονομική κυριαρχία στην οθωμανική επικράτεια, αλλά και φανατιζόταν από τον ισλαμισμό. Ο Ζαρίφης τα αντιλαμβανόταν όλα αυτά και έπρεπε να ελιχθεί ανάλογα με τις συνθήκες. Η οικονομική του κυριαρχία έπρεπε να συμβαδίζει με κατάλληλη πολιτική. Το οθωμανικό πλήθος το εξευμένιζε με τις φιλανθρωπίες. Όσο για το οθωμανικό κράτος έβλεπε ότι ήταν αρκετά ανίσχυρο οικονομικά, έπρεπε λοιπόν να χρησιμοποιήσει την οικονομική του ισχύ για να αντιμετωπίσει την πολιτική του εξουσία. 

Επιδίωξε λοιπόν μιαν άτυπη συμφωνία με τις οθωμανικές αρχές. Προκειμένου να εξασφαλίσει την οικονομική του ανεξαρτησία και κυριαρχία, θα
βοηθούσε την Πύλη εκεί που εκείνος υπερίσχυε. Είχε δύο μεγάλα ατού: τις σχέσεις του με τη δύση και τον πλούτο του. Δεν είναι τυχαίο ότι διατηρούσε στενές κοινωνικές σχέσεις με ευρωπαίους προξένους και συναναστρεφόταν τους διπλωμάτες των μεγάλων δυνάμεων. Παράλληλα είχε συχνότατες επαφές με Οθωμανούς αξιωματούχους αλλά και με το αυτοκρατορικό παλάτι του Σουλτάνου για θέματα εξωτερικής πολιτικής. Το ευχάριστο για τον Ζαρίφη ήταν ότι, κατά την εποχή της ακμής του, τα προβλήματα της αυτοκρατορίας με τη δυτική Ευρώπη ήταν σε μεγάλο βαθμό οικονομικά. Ο «μεγάλος ασθενής» είχε συνάψει δάνεια που δεν μπορούσε να τα πληρώσει. Μετά την οριστική παύση πληρωμών του Οθωμανικού Χρέους (6 Οκτωβρίου 1875), ενεπλάκη στο θέμα αυτό, ως εκπρόσωπος των ομίλου τραπεζών του Γαλατά. Έπεισε τον όμιλο να ενεργοποιηθεί υπέρ του oθωμανικού Κράτους, προσφέροντας δάνεια, ενώ ο ίδιος ανέλαβε να υποβάλει τις σχετικές προτάσεις. Έπειτα από τρεις αλλεπάλληλες προσωπικές του παρεμβάσεις, το θέμα του Χρέους επιλύθηκε στην τελική σύμβαση της 22ας Νοεμβρίου 1879. Ως αμοιβή του παραχωρήθηκε μια έκταση στην Μεσοποταμία, στην περιοχή Μπέλεντ Ρουζ. Την κτηματική αυτή περιουσία εκμεταλλευόταν ο γιος του Λεωνίδας. 

Η επέμβαση του αυτή, η φαινομενικά οικονομική, ήταν στην ουσία βαθιά πολιτική. Τα κίνητρά του, χωρίς να το δείχνει, δεν εμπνέονταν από κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια προς το οθωμανικό κράτος. Αυτή η πολιτικά ιδιοφυής κίνηση, αποσκοπούσε σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, το οποίο και πέτυχε. Αφενός την απαλλαγή της αυτοκρατορίας από ένα μεγάλο οικονομικό πρόβλημα, γεγονός που συνέφερε τους τραπεζίτες του Γαλατά, και αφετέρου την πολιτική σταθεροποίηση της θέσεως των τραπεζιτών αυτών. Τελικά, χάρη στον Ζαρίφη, κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας της ζωής του (1879-1884), οι σχέσεις των τραπεζιτών με την Πύλη ήταν άριστες. Όσο για τον ίδιο, η απόκτηση του Μπέλεντ Ρουζ, δεν είχε τόση σημασία όση η ευγνωμοσύνη του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ (1876-1909), «μεθ’ ου συνεδέετο δια ιδιαιτέρας και στενής φιλίας, απήλαυε δε ουχί της ευνοίας, αλλά του σεβασμού και της υπολήψεως του οθωμανού Άνακτος». Ο Σουλτάνος έδειχνε με κάθε τρόπο την ευγνωμοσύνη του προς τον Ζαρίφη, αφού ο τελευταίος τον είχε απαλλάξει από ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα, το οποίο είχε προκύψει ταυτόχρονα με την ανάρρησή του στον οθωμανικό θρόνο. Ο Ιωάννης Ζαρίφης, ο πατέρας του μεγάλου ευεργέτη (ο οποίος είχε σχέσεις με τη Φιλική Εταιρεία), κατέβηκε με την οικογένειά του στο Ναύπλιο, το 1830, μάλλον κατόπιν προσκλήσεως του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Ο Γ. Ζαρίφης, στον οποίο ανατέθηκαν από τον κυβερνήτη διοικητικά καθήκοντα, ήταν ένας από τους πολλούς έλληνες ετερόχθονες που ήρθαν από τις αλύτρωτες περιοχές για να βοηθήσουν στη συγκρότηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Στην Πελοπόννησο όμως η οικογένεια Ζαρίφη βρέθηκε ανάμεσα στις διαμάχες μεταξύ αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, με δυσάρεστη συνέπεια τη δολοφονία του Καποδίστρια. Μετά από αυτές τις εξελίξεις, οι Ζαρίφηδες, στενοχωρημένοι και αηδιασμένοι, επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται ότι η αντιπάθεια των αυτοχθόνων επηρέασε έντονα τη ζωή και τη συμπεριφορά του. Πιθανότατα αυτή η αντιπάθειά τους να ήταν ο λόγος που τον απέτρεπε από το να κάνει ευεργεσίες στο εθνικό κέντρο. Θεωρούσε ότι η κοινή γνώμη του ελλαδικού χώρου ήταν κοντόφθαλμη και αντιδραστική προς την πρόοδο, όπως την εννοούσε εκείνος. Από την άλλη, ίσως να μην την έβρισκε εντελώς αδικαιολόγητη. Οι αυτόχθονες έβλεπαν ότι αγώνες και οι θυσίες τους στην Ελληνική Επανάσταση απειλούνται από τους μεγαλοσχήμονες ετερόχθονες που είχαν κρατήσει παθητική ή και εχθρική στάση προς την επανάσταση. Έτσι, μπροστά του υψώθηκε ένα μεγάλο πρόβλημα: πώς θα μπορούσε να επιζήσει το ελληνικό Έθνος; Πώς θα μπορούσε να βρεθεί μια εθνική λύση υπεράνω των εθνικιστικών μικροτήτων και του εμφύλιου σπαραγμού; Η λύση που βρήκε ήταν μεγαλοφυής. Στην αρχή, έπρεπε να υποστηριχθεί, σε όλη την έκταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, το ελληνικό στοιχείο. Η κυριαρχία του ελληνικού πνεύματος θα πραγματοποιούταν με την καλλιέργεια των ελληνικών γραμμάτων. Παράλληλα θα αυξανόταν και η επίδραση της εκκλησίας. 

Η πολιτική οξυδέρκεια του Γ. Ζαρίφη φαίνεται και στο επόμενο ιστορικό συμβάν. Το 1876, ίδρυσε τα Ζαρίφεια Διδασκαλεία της Φιλιππούπολης. Δύο χρόνια αργότερα, το 1878, ανακηρύχθηκε η αυτονομία της Ανατολικής Ρωμυλίας, με πρωτεύουσα τη Φιλιππούπολη. Στην περιοχή αυτή κυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο. Με την ίδρυση των Διδασκαλείων του, αποσκοπούσε στην εμπέδωση του ελληνικού πνεύματος, ώστε η Ρωμυλία να έχει βάσιμες αξιώσεις καθαρά ελληνικής επαρχίας. Η κίνηση του αυτή ήταν προφητική. Αν σκεφτούμε ότι μετά από λίγα χρόνια, το 1885, η Α. Ρωμυλία καταλήφθηκε πραξικοπηματικά από τη Βουλγαρία, καταλαβαίνουμε ότι η ίδρυση των Διδασκαλείων υπαγορευόταν από την αγωνία του Έλληνα ευεργέτη να μη χαθεί αυτός ο ελληνικός χώρος. Η βασική του πεποίθηση ήταν ότι μπροστά στην ελληνική και χριστιανική παιδεία, ο οθωμανισμός θα εξαφανιζόταν πνευματικά. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο πλούτος των ομογενών ελλήνων στην οθωμανική επικράτεια αποτελούσε το 50% του συνολικού πλούτου του οθωμανικού κράτος, ενώ οι Οθωμανοί είχαν μόλις το 15%30, θεωρούσε ζήτημα χρόνου να πεθάνει «ο μεγάλος ασθενής», να χαθεί κυριαρχία του και να αναστηθεί ο Ελληνισμός. Δεν ήταν μια κοντόφθαλμη Μεγάλη Ιδέα κατακτήσεων μετά από πολεμική επικράτηση, όπως την έβλεπαν οι αυτόχθονες, αλλά μια θριαμβευτική Ανάσταση. Ο ρεαλιστικός τρόπος που θα πραγματοποιούταν η πολιτική λύση της Ανάστασης, θα μας φανεί, από πρώτη ματιά, αποκρουστικός. Ήθελε να καταργηθεί τόσο το ελληνικό όσο και το οθωμανικό κράτος και να δημιουργηθεί μια ελληνο-οθωμανική αυτοκρατορία, που θα περιλάμβανε μια τεράστια γεωγραφική έκταση από τα Βαλκάνια μέχρι τα ανατολικά σύνορα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. (Είχε στο νου του και τα σχέδια του Ρήγα Φεραίου για τα Βαλκάνια). Με την ίδρυση αυτής της μικτής αυτοκρατορίας, πολύ γρήγορα το οθωμανικό στοιχείο θα εξαφανιζόταν, τόσο οικονομικά όσο και πνευματικά, και τελικά η όλη επικράτεια θα κατέληγε να είναι μόνο ελληνική. Η κυριαρχία του ελληνισμού θα ερχόταν αναπότρεπτα και δεν θα μπορούσε καμία πολιτική δύναμη να την εμποδίσει. Ποια εμπόδια υπήρχαν σε ένα τόσο μεγαλόπνοο σχέδιο. Κατ’ αρχάς, ο Σουλτάνος θα πειθόταν εύκολα διότι θα έβλεπε πως μεγαλώνει πάλι η κυριαρχία του. Εξάλλου το ελληνικό κεφάλαιο στην Κωνσταντινούπολη πάντα υποστήριζε το Σουλτάνο, και εκείνος δεν θα είχε τίποτα να φοβηθεί από τους έλληνες. Προς την πλευρά της Ρωσίας οι σχέσεις θα ήταν καλές, και μάλιστα η ελληνική παρουσία στη χώρα αυτή, με τους δεσμούς της με το τσαρικό καθεστώς, θα εξομάλυνε τις ρωσοοθωμανικές προστριβές. Η Αυστροουγγαρία δεν θα είχε πρόβλημα, διότι θα εξομαλυνόταν η κατάσταση στα Βαλκάνια. Σχετικά με τη Γαλλία και την Αγγλία, περίμενε να βοηθήσουν οι διπλωματικές του σχέσεις και η οικονομική συνεργασία των Ελλήνων μεγαλοκεφαλαιούχων των ελληνικών παροικιών στα αποικιοκρατούμενα κράτη αλλά και στις πρωτεύουσες των δύο πάρα πάνω αποικιακών κρατών. Αποδείχθηκε όμως ότι αισιοδοξούσε υπερβολικά για το μεγαλόπνοο σχέδιό του, γιατί πολύ γρήγορα συνάντησε ανυπέρβλητα εμπόδια. Φαίνεται ότι η πολιτική δεν ήταν τόσο εύκολη όσο η οικονομική κυριαρχία. Συζήτησε την ίδρυση της μικτής αυτοκρατορίας με τον άγγλο πρέσβη, θα πρέπει όμως από την αρχή να συνάντησε άρνηση. Η πολιτική της Αγγλίας, το «διαίρει και βασίλευε», αντιδρούσε προς τη δημιουργία ισχυρών κρατών στα ανατολικά. Η πτώση της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν κάτι θετικό γι’ αυτήν, αλλά όχι η αντικατάστασή της με άλλο, ισχυρότερο κράτος. Έτσι, το πολιτικό σχέδιο του Ζαρίφη σταμάτησε στη γένεσή του. Ωστόσο εκείνος συνέχισε με τον ίδιο ρυθμό την ταχτική του για την υποστήριξη του ελληνισμού, πιστεύοντας πάντα ότι θα έχει καλά αποτελέσματα. Έχοντας υπόψη μας τις ιστορικές εξελίξεις των αρχών του 20ου αιώνα, αν θα είχε ευοδωθεί το σχέδιο του, ο μεγαλοϊδεατισμός θα πραγματοποιούνταν σαν ιστορική αναγκαιότητα. Επίσης, δεν θα προκαλούνταν οι βαλκανικοί πόλεμοι, ο χάρτης της νοτιοανατολικής Ευρώπης θα ήταν διαφορετικός, και οι ευνοϊκές συνέπειες για τη χώρα μας θα ήταν ανυπολόγιστες.

Ο Γ. Ζαρίφης απεβίωσε στις 27 Μαρτίου 1884 στην Κωνσταντινούπολη. Στην κηδεία του μεταξύ άλλων αξιωματούχων, πρεσβευτών και θρησκευτικών ηγετών, παρίσταντο και ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρή. Η συμπαράσταση του κόσμου φαίνεται με την εκπληκτική του παρουσία την ημέρα της κηδείας. Ο τύπος της εποχής μάς πληροφορεί ότι 40.000 άτομα τον συνόδεψαν μέχρι την εκκλησία. Η κηδεία του δημοσιοποιήθηκε ευρύτατα στον Τύπο της Κωνσταντινούπολης, όσο και της Αθήνας, αλλά και της ελληνικής επαρχίας. Μετά το θάνατο του οι τοπικές αρχές ζήτησαν να ιδρυθεί η Παιδαγωγική Ακαδημία στην Αλεξανδρούπολη. Έτσι το 1934 ιδρύθηκε και ονομάστηκε «Ζαρίφειος Παιδαγωγική Ακαδημία» με πρώτο διευθυντή τον Ευάγγελο Παπανούτσο. Συνεχιστής του έργου του μέχρι το 1922 ήταν ο γιος του Λεωνίδας Ζαρίφης (1840-1923) και στη συνέχεια ο εγγονός του, γιος του προηγουμένου Κωνσταντίνος Ζαρίφης (1891-1979).




Πηγές: Εθνολογικό Μουσείο Θράκης, Πάντειο Πανεπιστήμιο